Ο ιός HIV (Human Immunodeficiency Virus) ανακαλύφθηκε το 1983, ανήκει στην κατηγορία των ρετροιών και προκαλεί το σύνδρομο της επίκτητης ανοσοανεπάρκειας, ή αλλιώς AIDS (Acquired Immune Deficiency Syndrome).

Παγκοσμίως οι άνθρωποι που έχουν προσβληθεί από τον ιό, υπολογίζονται σε 38.000.000.

Ο τρόπος που λειτουργεί ο ιός είναι ο εξής: μόλις εισέλθει στο ανθρώπινο σώμα αναζητά κύτταρα με CD4 υποδοχείς στα οποία προσκολλάται και ενσωματώνει μέσα τους το γενετικό του υλικό.

Τότε το RNA του ιού μέσω ειδικού ενζύμου μετατρέπεται σε DNA, αυτό είναι το πρώτο στάδιο.

Στο δεύτερο στάδιο μεταφέρει τις γενετικές πληροφορίες του ιού στο ανθρώπινο DNA. Όταν αυτό συμβεί πλέον το κύτταρο εξυπηρετεί τον ιό, σχηματίζονται νέοι ιοί μέσα στο κύτταρο το οποίο τελικά καταστρέφεται και οι νέοι ιοί επιτίθενται σε νέα κύτταρα στόχους.

Ο HIV επηρεάζει σοβαρά τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Μόλις ένα άτομο μολυνθεί από τον ιό γίνεται HIV οροθετικός και παραμένει έτσι για πάντα.

Με κατάλληλη αντιρετροϊκή αγωγή ο οργανισμός μπορεί να παραμείνει υγιής και να αντιμετωπίσει επιθέσεις από ιούς και βακτήρια.

Ο κύκλος ζωής του ιού αποτελείται από εννέα στάδια τα οποία είναι:

1) Είσοδος του ιού

2) Αντίστροφη μεταγραφή

3) Μεταφορά στον κυτταρικό πυρήνα

4) Ενσωμάτωση

5) Αντιγραφή

6) Σύνθεση πρωτεΐνης του ιού

7) Συγκρότηση του ιού

8) Απελευθέρωση του ιού

9) Ωρίμανση

Η διάγνωση του AIDS αναφέρεται στο προχωρημένο στάδιο της μόλυνσης του HIV, για την οποία απαιτείται μια σειρά από συμπτώματα, κύρια και δευτερεύοντα.

Κύρια συμπτώματα είναι η απώλεια βάρους 10% ή μεγαλύτερη στους ενήλικες ενώ στα παιδιά η διακοπή της ανάπτυξης, η διάρροια για χρονικό διάστημα περισσότερο του ενός μήνα και πυρετική κίνηση περισσότερο του ενός μήνα.

Δευτερεύοντα συμπτώματα θεωρούνται ο βήχας για διάστημα μεγαλύτερο του μήνα, καθολική δερματίτιδα με κνησμό, μονιλίαση του στόματος ή του φάρυγγα και επαναλαμβανόμενα επεισόδια έρπητα ζωστήρα.

Πέρα από τα κλινικά σημεία είναι απαραίτητος και ο εργαστηριακός έλεγχος ειδικών αντισωμάτων για να τεθεί η διάγνωση. Θεωρείται ότι ένα άτομο έχει αναπτύξει AIDS όταν ο συνολικός αριθμός των CD4+T λεμφοκυττάρων γίνει μικρότερος από το 14% του συνόλου των λεμφοκυττάρων του οργανισμού, ανεξάρτητα από την κλινική κατάσταση του ατόμου.

Πως μεταδίδεται ο ιός;

Ο ιός βρίσκεται σε ποσότητα ικανή να μολύνει κάποιο άτομο, στο αίμα, στο σπέρμα, στα κολπικά υγρά, στη βλέννη του ορθού και στο μητρικό γάλα.

Είναι πολύ σημαντικό να αποφεύγονται σεξουαλικές επαφές χωρίς προφυλάξεις καθώς είναι ο πιο συχνός τρόπος μετάδοσης του ιού.

Αποφυγή χρήσης ενδοφλέβιας σύριγγας από άλλο άτομο, πρακτική δυστυχώς κοινή μεταξύ ατόμων που κάνουν χρήση ναρκωτικών ουσιών.

Αποφυγή αντικειμένων που μπορεί να έχουν υπόλειμμα αίματος από άλλο άτομο όπως ξυραφάκια ή οδοντόβουρτσες.

Κάθετη μετάδοση από τη μητέρα στο νεογνό κατά τη γέννηση ή το θηλασμό.

Η ανίχνευση του ιού γίνεται με το ειδικό τεστ αντισωμάτων έναντι του ιού με τη μέθοδο ELISA ενώ σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος γίνεται επιβεβαίωση με τη μέθοδο Western Blot.

Μπορεί επίσης να γίνει και το τεστ ιικού φορτίου στο οποίο ανιχνεύεται όχι μόνο το γενετικό υλικό του ιού, άλλα και η ποσότητα του στο αίμα, η μέθοδος ονομάζεται PCR (Polymerase Chain Reaction).

Η φαρμακευτική αγωγή που χρησιμοποιείται αυτή τη στιγμή είναι τα αντιρετροϊκά φάρμακα, τα οποία αναστέλλουνε την πορεία προς τη νόσο, μειώνουν τη θνησιμότητα και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής του ατόμου.

Οι κατηγορίες των αντιρετροϊκών φάρμακων είναι:

α) NRTI και (NNRTI), νουκλεοτιδικοί (και μη νουκλεοτιδικοί) αναστολείς ανάστροφης μεταγραφάσης.

β) PI, αναστολείς πρωτεάσης.

γ) Αναστολείς σύντηξης της κυτταρικής μεμβράνης.

δ) ΕΙ, αναστολείς εισόδου.

ε) ΙΙ, αναστολείς ενσωμάτωσης.

Αυτή τη στιγμή γίνεται προσπάθεια σε παγκόσμιο επίπεδο εξεύρεσης εμβολίου και βελτίωσης των φαρμάκων, ενώ ο απώτερος σκοπός είναι η εκρίζωση της νόσου έως το 2030.