Η νόσος του Parkinson είναι μια συχνή νευρολογική νόσος, αναφερόμαστε σε αυτή και ως τρομώδη παράλυση ή ιδιοπαθή παρκινσονισμό, είναι μια κατάσταση εκφυλισμού του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Η πρώτη δημοσιευμένη περιγραφή της νόσου γίνεται το 1817, από τον Άγγλο ιατρό James Parkinson με τον τίτλο An Essay on the Shaking Palsy, από τον οποίο παίρνει και το όνομα η νόσος στη συνέχεια.

Η νόσος ξεκινά την εμφάνιση της με την καταστροφή των ντοπαμινεργικών κυττάρων της μέλαινας ουσίας, χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς τι προκαλεί την καταστροφή αυτή.

Στα αρχικά στάδια της νόσου τα συμπτώματα είναι κινητικά και περιλαμβάνουν, τρόμο, ακαμψία, βραδυκινησία, ενώ τα όψιμα συμπτώματα είναι, καμπτοκορμία, πάγωμα (freezing) και κατάργηση των αντανακλαστικών στάσης.

Εκτός από τα κινητικά συμπτώματα παρουσιάζονται και μη κινητικές διαταραχές όπως: κατάθλιψη, άγχος, άνοια, διαταραχές ύπνου, διαταραχές στη σεξουαλική λειτουργία, αγευσία, καταβολή.

Απαντάτε κυρίως στις ηλικίες μεταξύ 40 και 70 χρόνων, ενώ είναι πιο συχνή η εμφάνιση της στους άνδρες.

Η διάγνωση είναι κατά κανόνα κλινική χωρίς να υπάρχει κάποια ειδική εξέταση που να τη θέτει.

Η θεραπεία περιλαμβάνει φάρμακα όπως, λεβοντόπα, αμανταδίνη, αγωνιστές υποδοχέων ντοπαμίνης, αναστολείς COMT  και αναστολείς MAO-B.

Η φυσικοθεραπεία μπορεί να προσφέρει στην κινητικότητα του ασθενούς ενώ είναι σημαντικό ο ασθενής να είναι νοητικά δραστήριος.

Μπορεί να  χρησιμοποιηθεί η μέθοδος της εν τω βάθει εγκεφαλικής διέγερσης  (deep brain stimulation) στις περιπτώσεις που η φαρμακευτική αγωγή δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα, ώστε να περιοριστούν τα κινητικά συμπτώματα.

Σε προχωρημένες καταστάσεις που έχουν κάνει την εμφάνιση τους οι όψιμες εκδηλώσεις της νόσου η αντιμετώπιση είναι συμπτωματική.

Νέες θεραπείες περιλαμβάνουν τη μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων και τη γονιδιακή θεραπεία.